ἀμνός

ἀμνός
Grammatical information: m. f.
Meaning: `lamb' (S.).
Other forms: ἀμνόα πρόβατον, οἱ δε ἀμνός H., unreliable.
Compounds: ἀμνοκῶν `stupid like a sheep' (κοέω) Taillardat, Images 453. ?ἀμνοκόμος (Latte for -κόπος). ποιμήν H.
Derivatives: Special feminine forms: ἀμνή, -ά (Cos etc..), ἀμνίς (Theoc.). Adj.: ἀμνεῖος (Theoc.); from there ἀμνεῖον, ἀμνίον, also -ός, `inner membrane surrounding the foetus' (Emp.).
Origin: IE [Indo-European] [9] *h₂e\/ogʷno- `lamb'
Etymology: Identical with Lat. agnus (avillus). OIr. ūan with initial o- (*h₂o-), OCS agnę (with long vowel and acute from Winter's Law). However OE ēanian, Engl. yean, Dutch oonen from PGm. *aunōn seems to suppose -gʷʰ- (but there must be another solution). *o- from ovis? Schrijver Lar. Lat. 39, 438.
Page in Frisk: 1,93-94

Greek-English etymological dictionary (Ελληνικά-Αγγλικά ετυμολογική λεξικό). . 2010.

Look at other dictionaries:

  • αμνός — ο 1) ягненок, агнец; 2) Агнец – Христос. Агнцем символически изображается Христос в иконописи; 3) Агнец. Им именуется вынутая на проскомидии центральная часть просфоры, на которой изображена печать, см. πρόσφορο. Агнец полагается на Дискос и… …   Η εκκλησία λεξικό (Церковный словарь Назаренко)

  • ἁμνός — ἀμνός , ἀμνός lamb masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνός — lamb masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • αμνός — ο (Α ἀμνὸς) (θηλ. Α ἀμνὰς και ἀμνὴ και ἀμνίς, Ν αμνάδα) 1. το νεογνό τού προβάτου, αρνί, αρνάκι 2. φρ. «ο αμνός τού Θεού» ο Χριστός μσν. το ύφασμα τού επιταφίου, όπου εικονίζεται το σώμα τού Χριστού αρχ. 1. ανόητος, κουτός 2. άκακος, πράος,… …   Dictionary of Greek

  • αμνός — ο το μικρό αρσενικό πρόβατο, το αρνάκι: Στο χωριό θα έτρωγαν και τον πατροπαράδοτο πασχαλινό αμνό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • αμνός του Θεού — Η λέξη αμνός χρησιμοποιείται συμβολικά στη χριστιανική τέχνη και στη λειτουργική. Στην Παλαιά Διαθήκη, η λέξη χρησιμοποιείται και στην κυριολεξία της. Στη συμβολική της έννοια είναι προσωνυμία του Μεσσία, για την πραότητα και την ανεξικακία του.… …   Dictionary of Greek

  • ἀμνώ — ἀμνός lamb masc/fem acc dual ἀμνός lamb masc/fem nom dual …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνοί — ἀμνός lamb masc/fem nom pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνούς — ἀμνός lamb masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνόν — ἀμνός lamb masc/fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀμνώς — ἀμνός lamb masc/fem acc pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.